- επικλίνεται
- ἐπικλίνεταιἐπικλί̱νεται , ἐπικλίνωput to: aor subj mid 3rd sg (epic )ἐπικλί̱νεται , ἐπικλίνωput to: pres ind mp 3rd sg
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἐπικλίνεται — ἐπικλί̱νεται , ἐπικλίνω put to aor subj mid 3rd sg (epic) ἐπικλί̱νεται , ἐπικλίνω put to pres ind mp 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
επικλίνω — ἐπικλίνω (AM) μσν. επιδοκιμάζω, συγκατανεύω αρχ. 1. προσδίδω επικλινή θέση 2. κατευθύνω σε κάτι 2. ενεργώ ώστε κάτι να πάρει μια ορισμένη κατεύθυνση 3. στηρίζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο, ακουμπώ 4. (για πόρτα) κλείνω 5. βρίσκομαι σε επικλινή θέση,… … Dictionary of Greek